
Παραδίπλα, ένα τυπικό μεσογειακό τοπίο ξετυλίγεται μπροστά μας. Ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα υφάλων πάνω σε αμμώδη βυθό. Βρισκόμαστε ρηχότερα και παράκτια οι σαργοί, οι σηκιοί, τα μυτάκια, οι σάρπες, το φαγκρί, το λιθρίνι, η γόπα, οι μουρμούρες, συναντώνται εδώ και η εμπειρία παρατήρησής τους δεν διαφέρει και πολύ από μια πραγματική κατάδυση σ’ έναν μεσογειακό ύφαλο. Και εδώ τα είδη καταλαμβάνουν τις θέσεις τους στο χώρο όπως και στη θάλασσα. Τα πετρόψαρα περιφέρονται στους βράχους, οι μουρμούρες στην άμμο και οι σηκιοί αιωρούνται μέσα στις σχισμές των βράχων. Είδη της Μεσογείου που κοπαδιάζουν ανάλογα με τη φάση της ζωής τους και το μέγεθός τους όπως οι τσιπούρες, οι σπάροι, τα φαγκριά και τα λιθρίνια φιλοξενούνται σε ένα άλλο μεγάλο ενυδρείο όπου αναπαρίσταται ο βυθός της περιοχής των Ματάλων. Η «κατάδυση» συνεχίζεται και εμφανίζονται οι νωχελικοί βλάχοι τα μεγαλόσωμα αυτά είδη, λάτρεις των ναυαγίων και των βαθιών υφάλων ζουν στο σκοτάδι και στα βαθιά κρύα νερά. Το ενυδρείο τους προσφέρει αυτές ακριβώς τις συνθήκες.

Άλλα μεγαλόσωμα είδη στο ενυδρείο είναι οι ροφοί και οι σφυρίδες. Οι τελευταίες μία θηλυκή και μία αρσενική συμβιώνουν με μεγάλες σμέρνες. Όχι όμως και μεταξύ τους, όπως έκπληκτοι διαπίστωσαν οι ενυδρειολόγοι όταν πρόσθεσαν σ’αυτό το ενυδρείο μία ακόμα θηλυκή σφυρίδα. Οι δύο θηλυκές άρχισαν να συμπεριφέρονται επιθετικά μεταξύ τους προφανώς ανταγωνιζόμενες για το αρσενικό!Στο ενυδρείο Κρήτης την παράσταση, μπορούμε να ισχυριστούμε μετά από 3 μήνες λειτουργίας, κλέβουν οι κάτοικοι των μικρών ενυδρείων όπως οι ιππόκαμποι, οι ανεμώνες, τα χταπόδια, οι κόκκινοι αστακοί, οι πίνες, οι γλώσσες, τα σελάχια, οι σκορπίνες, οι σκάροι, οι μένουλες. Είναι η παρατήρηση ειδών που είτε γιατί είναι μικρόσωμα είτε γιατί συνηθίζουν να κρύβονται είναι δύσκολο να παρατηρηθούν στο φυσικό τους περιβάλλον. Στο τέλος της μεσογειακής διαδρομής το στρογγυλό ενυδρείο με τις μέδουσες Aurelia. Ένα γοητευτικό θέαμα των ζωοπλαγκτονικών αυτών οργανισμών που κινούνται διαρκώς με τις χαρακτηριστικές παλμικές τους κινήσεις.

Ίσως πολύς κόσμος αναρωτιέται πως γίνεται το καθημερινό τάισμα όλων αυτών των ζώων: η τροφή τους είναι κομμάτια ψαριών και ασπόνδυλων που καταψύχονται για να απολυμανθούν από παράσιτα. Τα γεύματα των μεδουσών είναι οι αρτέμιες, ένα μικρό ζώο-πλαγκτονικό είδος που καλλιεργείται στα εργαστήρια του ενυδρείου μόνο γι’ αυτές. Από ειδικά διαμορφωμένες ράμπες που περιβάλλουν τα ενυδρεία στο επάνω τμήμα τους η τροφή αποτίθεται στο εσωτερικό τους.Το νερό των ενυδρείων προέρχεται από το θαλάσσιο περιβάλλον της περιοχής και οι συνθήκες είναι ιδανικές για την ανάπτυξη φίκων : σταθερή κατάλληλη θερμοκρασία θαλασσινού νερού που αντλείται από γεώτρηση βάθους 200μ.,φως, και θρεπτικά στοιχεία. Έτσι, πολλές φορές ανεπιθύμητα φύκη εγκαθίστανται στα βράχια των ενυδρείων. Τον καθαρισμό τους αναλαμβάνουν οι αχινοί, οι διάσημοι αυτοί εξολοθρευτές της θαλάσσιας βλάστησης, που μεταφέρονται και τοποθετούνται στα βράχια των ενυδρείων. Σε μερικές ημέρες δεν μένει τίποτα και είναι όλοι ευχαριστημένοι. Όταν οι αχινοί τελειώσουν τις εργασίες «καθαρισμού» αφαιρούνται και μετακομίζουν στα ενυδρεία –καραντίνες ή γίνονται τροφή για άλλα είδη όπως για τους σαργούς που με τα κοφτερά τους δόντια μπορούν και τους σπάζουν. Πολλές φορές μπορούν οι επισκέπτες να δουν στα μικρά ή στα μεγάλα ενυδρεία που φιλοξενούν σαργούς όπως και άλλα είδη της οικογένειας των Sparidae τα απομεινάρια από τις γαστρονομικές αυτές συνήθειες, μαζί με δίθυρα μαλάκια, κυρίως μύδια που έχουν την ίδια τύχη.Στο ενυδρείο Κρήτης, σε αρκετές δεξαμενές, αιωρούνται υποβρύχιες κάμερες που μπορούν οι επισκέπτες με ένα σύστημα τηλεχειρισμού να εστιάσουν σε σημεία των ενυδρείων και να δουν σε οθόνες από πολύ κοντά λεπτομέρειες των ειδών και του περιβάλλοντος. Διάσπαρτα στο χώρο του ενυδρείου βρίσκονται infopoints και posters με επιπλέον πληροφορίες για τη ζωή των ειδών και τους Μεσογειακούς βιότοπους.

Η περιήγηση στους μεσογειακούς βυθούς τελειώνει και στο ενυδρείο Κρήτης προσομοιώνεται το πέρασμα στην Ερυθρά θάλασσα Εδώ και 140 περίπου χρόνια από το άνοιγμα της διώρυγας του Σουεζ, οι δύο θάλασσες επικοινωνούν και βοηθούσης της ανόδου της θερμοκρασίας των θαλασσών στον πλανήτη, περίπου 200 τροπικά είδη πέρασαν στη Μεσόγειο και κάποια απ’ αυτά εγκαταστάθηκαν κανονικά. Δύο ενυδρεία φιλοξενούν τροπικά είδη χαρακτηριστικά των κοραλλιογενών υφάλων ενώ σε ένα άλλο ζει ένας Λεσσεψιανός μετανάστης, το Rachycentron canadum, ένα είδος που μετανάστευσε από την Ερυθρά θάλασσα διασχίζοντας τη διώρυγα του Σουεζ που διάνοιξε ο Γάλλος μηχανικός F. Lesseps to 1867. Ένας κόσμος ποικίλος και πολύχρωμος. Η αίσθηση της κατάδυσης σ΄αυτά είναι το σχετικά ζεστό νερό, το άπλετο φως και η μυρωδιά του ιωδίου που αναδύεται από τα κοράλλια. Όπως συμβαίνει και στο φυσικό περιβάλλον έτσι και εδώ η ποικιλότητα των ειδών είναι απρόσμενη.


Στα ενυδρεία αυτά οι επισκέπτες δεν σταματούν να φωτογραφίζουν. Μωβ, πορτοκαλλιά, ροζ, κίτρινα τροπικά ψάρια περιφέρονται ανάμεσα στις ανεμώνες και στα κοράλλια ενώ ο διάσημος πλέον Νέμο, το ψάρι -κλόουν, αντικρίζει καθημερινά τους μικρούς φανατικούς του φίλους ξεπροβάλλοντας μέσα από τα πλοκάμια της τροπικής ανεμώνης με την οποία συμβιώνει αρμονικά. Είναι και η τελευταία συναρπαστική εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης. Εξοδος. Η κατάδυση στους μεσογειακούς βυθούς τελειώνει μετά από 1- 1.30 ώρα περίπου διαδρομής και παρατηρήσης για τον προσεκτικό και απαιτητικό επισκέπτη. Το ημίφως του ενυδρείου διαδέχεται το φως της Κρήτης, σχεδόν πάντα εκτυφλωτικό ακόμα και το χειμώνα. Η θέα προς τη θάλασσα από τους χώρους αναψυχής του ενυδρείου είναι μαγευτική ...Τώρα, ίσως, αποκτήσαμε καλύτερη γνώση για τον κόσμο που φιλοξενεί μέσα της.